Kάθε Λαμπρή και Πασχαλιά που ο θάνατος πεθαίνει…

Καλό ΄ναι και άγιος ο Θεός, καλό ΄ναι και ας το λέμε. Όποιος το λέει σώζεται, όποιος το ακούει αγιάζει, κι όποιος το καλοαφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει. Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο Εκεί δεντρί δε φύτρωνε, δεντρί ξεφανερώθει Το δέντρο ήταν ο Χριστός, η ρίζα η Παναγία Και τα περικοκλάδια του οι Δώδεκα Αποστόλοι Τα φύλλα οπου πέφτανε ήταν οι Μαρτυράδες Που μαρτυρούσαν κι έλεγαν για του χριστού τα Πάθη. Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της, την προσευχή της έκανε για το μονογενή της. Φωνή της ήρθε εξ΄ουρανού και από αρχαγγέλου στόμα: «Σώνει , Κυρά μου, οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες , Το γιο σου τον επιάσανε και στα καρφιά τον πάνε. Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον πάνε Και στου Πιλάτου την αυλή, εκεί τον τυραννάνε» Η Παναγιά σαν τ΄ άκουσε πέφτει, λιποθυμάει, Σταμνιά νερό της ρίξανε, δύο κανάτια μόσχο, τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου να συνεφέρει. Και μόλις εσυνέφερε, Ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί, φωτιά να πάει να πέσει, Ζητά μαχαίρι να σφαγεί για το Μονογενή της. Πήρε τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι, το μονοπάτι την έβγαλε στου ουρανού την πόρτα. Κοιτάει ζερβά, κοιτάει δεξιά, κανένα δε γνωρίζει, Κοιτάει δεξιότερα, βλέπει τον Αϊ- Γιάννη:

«Αϊ- Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή του γιού μου, μην είδες τον ιόκα μου και σε διδάσκαλό σου; «Βλέπεις εκείνον το φτωχό τον παραπονεμένο, οπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι; Αυτός είναι ο ιόκας σου και ο διδάσκαλός μου. «Καρφιά, καρφιά, φτιάξτε καρφιά, φτιάξτε τρία σπιρούνια…» Κι εκείνος ο παράνομος πιάνει και φτιάχνει πέντε, τα δυο να μπουν στα χέρια του και τα άλλα δυο στα πόδια, το πέμπτο το φαρμακερό να μπει μες στην καρδιά του. Η Παναγιά πλησίαζε, γλυκά τον ερωτούσε: «Δε μου μιλάς, παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;» «Τι να σου πω, μανούλα μου, διάφορο δεν έχει. Μόνο το Μέγα Σάββατο, κοντά στο μεσονύχτι, που θα λαλήσει ο πετεινός, σημαίνουν οι καμπάνες.» Καλά ΄ναι κι Άγιος ο Θεός, καλό ΄ναι κι ας το λέμε.
(του Χριστού το τραγούδι)

Μεγάλη Δευτέρα, ο Χριστός με τη μαχαίρα

Μεγάλη Τρίτη, ο Χριστός εκρύφτη

Μεγάλη Τετάρτη, ο Χριστός εχάθη

Μεγάλη Πέμπτη, ο Χριστός ευρέθη

Μεγάλη Παρασκευή, ο Χριστός στο καρφί

Μεγάλο Σάββατο, ο Χριστός στον τάφο

Κυριακή, Χριστός Ανέστη

Advertisements

Γι’ αυτά πολεμήσαμε (Στρατηγού Μακρυγιάννη)

«Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπο όντας παιδί να σπουδάξω:
ήμουν φτωχός κι έκανα τον υπηρέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν οι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω τ΄ αμανέτι του Θεού στο σώμα μου.
Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει
από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χειρότερο πατριώτη μου Έλληνα.
Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω:
ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι.
Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομε να ζήσομεν εδώ.
Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»;
Όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς».
Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε όλοι μαζί.
Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούμε όλοι οι Έλληνες ν΄ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε:
«Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες» – αν είναι αγώνες και θυσίες.
Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας – ότι θα είναι καλά δικά τους.»

«Είχα δυο αγάλματα» «περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα΄ χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ΄ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν… Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι΄ αυτά πολεμήσαμε»

«Εκεί που ΄φκιανα τις θέσεις στους Μύλους, ήρθε ο Ντερνύς να με ιδεί.
Μου λέγει:
Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες·
τι πόλεμο θα κάνετε με τον Μπραΐμη αυτού;
Του λέγω:
Είναι αδύνατες οι θέσεις κι εμείς. Όμως είναι δυνατός ο Θεός που μας προστατεύει,
και θα δείξουμε την τύχη μας σ΄ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες.
Κι αν είμαστε ολίγοι στο πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ΄ έναν τρόπο·
ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε.
Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν.
Και όταν κάνουν αυτήνη την απόφαση, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν.
Η θέση όπου είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη. Και θα ιδούμε την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς.»

Έχε γεια, πάντα γεια…

Αν μ αγαπάς κι είν όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω, μες τη γλυκιά τη χαραυγή θέε μου ας ξεψυχίσω.
Σμυρναίκο Μινόρε (1919)

«Η Σμυρναίικη μουσική σχολή δημιουργήθηκε με το πέρασμα του χρόνου και τα τραγούδια έχουν σπάνια ομορφιά και ραφινάτη υφή. Έχουν βυζαντινή και κυρίως αρχαιοελληνική καταγωγή με βάση την Ιωνική Ιαστί Αρμονία που αποτελούσε όχι απλά ένα μουσικό μέτρο, αλλά και ένα μέτρο του τρόπου ζωής. Οι στίχοι τους έχουν υποστεί μακροχρόνια επεξεργασία και γι’ αυτό θεωρούνται «τέλειες κατασκευές».

Τα σμυρναίικα τραγούδια τα γέννησε η ανάγκη της ψυχής να επικοινωνήσει και να μιλήσει ποιητικά και μουσικά σε άλλες ψυχές και δεν τα γέννησε η ψυχρή ανάγκη των εταιρειών δίσκων. Γι’ αυτό είναι διαχρονικά κι όχι ευκαιριακά, όπως τα σύγχρονα φτηνοτράγουδα της καψούρας, με ημερομηνία άμεσης λήξης! Γι’ αυτό δημιουργούν πολιτισμό ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά την εποχή τους και επιβιώνουν τόσο στα πάλκα, όσο και στις πίστες αλλά και στη δισκογραφία, ενώνοντας τις γενιές στη διασκέδαση. Τα σμυρναίικα τραγούδια δείχνουν επίσης σε τι επίπεδο πολιτισμού είχε φτάσει η Ιωνία σε όλους τους τομείς, αν πάρει κάποιος ένα από τα μέτρα σύγκρισης, την άφθαρτη μουσική και τα τραγούδια της. Δηλαδή τη Σμυρναίικη μουσική σχολή. Τα τραγούδια αυτά είναι οι προπομποί των κατοπινών ρεμπέτικων της Πειραιώτικης σχολής, έξω απ’ το ότι μπόλιασαν ολόκληρη την νεότερη ελληνική μουσική.

Τα σμυρναίικα τραγούδια φτάνουν πολύ βαθιά στην καρδιά όσο κανένα άλλο είδος μουσικής (και μη με περάσετε παρακαλώ για κανέναν «μουσικό ρατσιστή»). Όταν έμεινα στη Σουηδία άκουσα την «εξομολόγηση» κάποιου ντόπιου, μεγάλου μουσικού. Μου είπε λοιπόν ότι πρώτα-πρώτα μπήκε στην καρδιά του η ευρωπαϊκή μουσική, αλλά όχι τόσο βαθιά. Μετά γνώρισε τη λατινοαμερικάνικη και ισπανική, που μπήκαν βαθύτερα. Ύστερα έμαθε τις σλάβικες και καυκασιανές μουσικές που προχώρησαν πιο «κάτω». Στη συνέχεια βρέθηκε στην Ελλάδα και στα… ρεμπέτικα και τότε νόμισε ότι αυτά τα τραγούδια τον είχαν αγγίξει όσο τίποτε άλλο. Είχε όμως γελαστεί! Γιατί όταν με το «ψάξιμο» των ρεμπέτικων (έμαθε και μπουζούκι!!!) γνώρισε τα σμυρναίικα και τα μικρασιάτικα, κατάλαβε ότι είχε κι άλλο βάθος στη καρδιά του…

Τα θεωρεί ό,τι πιο τέλειο γέννησε η ανθρώπινη ψυχή από κάθε άποψη. Έτσι άρχισε να μαθαίνει συστηματικά ελληνικά. Κι όλα αυτά από έναν «ξένο». Έναν Σουηδό.

Στη Σμυρναίικη σχολή πάντως «χρεώνεται» και ένα μεγάλο μέρος των μανέδων, των αργόσυρτων αυτών μελισματικών και ποιητικών αριστουργημάτων με συγκεκριμένες (συνήθως) μελωδίες βασισμένες σε επιλεγμένους με σοφία ήχους – μακάμια και με στιχάκια δεκαπεντασύλλαβα ιαμβικά) επιγραμματικού χαρακτήρα (κάτι σαν «ρητά»).

Aντώνης Διαμαντίδης (Νταλγκάς)

Οι μανέδες έχουν αρχαιοελληνική καταγωγή από το Λίναιο θρήνο, το δε όνομα μανές (όπως λένε και οι Μικρασιάτες και όχι α-μανές) προέρχεται πιθανά από το αρχαιοελληνικό μανέρως – (μανία + έρως) – μανέ(ρω)ς – μανές. Δέχτηκε βέβαια στη πορεία και επιδράσεις. Λίαν παρεξηγημένο είδος ο μανές καταδιώχτηκε άγρια και με μίσος, απαγορεύτηκε δε με γελοίες αστυνομικές διατάξεις από τους άσχετους απληροφόρητους, αναίσθητους, αδιάφορους και (κυρίως) κομπλεξικούς «Ελληνάρες» της εποχής γιατί τον θεωρούσαν τούρκικο είδος λόγω των πολλών «αμάν» τελικώς προερχομένου εκ του «αμήν»! Ακόμα και άτομα με κάποια πνευματική επιφάνεια όπως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου έχυσαν πολύ χολή στους αγνότατους μανέδες, που είναι αδέλφια, μάλιστα –κατά τη γνώμη μου– καθαρότερα από κάθε άποψη, από την αναμφισβήτητη βυζαντινή μουσική. Έτσι οι «Ελληνάρες» κατάφεραν την εξαφάνιση του μανέ τόσο από τα πάλκα όσο και από τη δισκογραφία. Έχω παρατηρήσει όμως σε κάποιες συναυλίες ότι η αντίδραση του κοινού γίνεται συγκινητικά θερμή, όταν κάποιος τραγουδιστής/τραγουδίστρια ερμηνεύσει έναν μανέ και συνήθως ζητάνε και έναν δεύτερο άσχετα αν (μεταξύ μας) η ερμηνεία (λόγω έλλειψης βυζαντινής και μικρασιατικής αγωγής) είναι στη πραγματικότητα της «συμφοράς», αν συγκρίνει κανείς με αυτές των μέγιστων Νταλκά, Νούρου, Ρόζας, Ρίτας, Καναρο-πούλου, Πολίτισας, Καρίπη, Ατραΐδη, Σωφρονίου και άλλων «θεών». Οπωσδήποτε η αναβίωση των μανέδων σήμερα δεν είναι εύκολο πράγμα, όπως ήταν η αναβίωση των άλλων αριστουργημάτων της Μικρασιατικής σχολής. Άλλωστε δεν βοηθάει και η προβαλλόμενη «κουλτούρα» της εποχής που είναι: λάιτ-γρήγορο-καινούριο. Πάντως σας βεβαιώνω ότι το ενδιαφέρον για τους αυθεντικούς μανέδες από δίσκους γραμμοφώνου μεγαλώνει συνεχώς ακόμα και από άτομα νεαρής ηλικίας, το δε μεγαλύτερο εμπόδιο που υπάρχει εδώ είναι το σφιχταγκάλιασμα που κάνουμε (αφού «βιαστήκαμε» γι’ αυτό σκληρά επί δεκαετίες με την συγκερασμένη, χαλαρή, και σκληρή δυτική μελωδία και αρμονία.»

H Σμυρναίικη σχολή και ο Παναγιώτης Τούντας
2002
– Συγγραφέας: ΠΑΝΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ
– ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ. τεύχος 6 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος)

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 

ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟ ΣΜΥΡΝΕΪΚΟ & ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

                       Συναυλία αφιερωμένη στο σμυρνέικο και μικρασιατικό τραγούδι θα δοθεί στο αμφιθέατρο «ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ»του Δημαρχείου Χολαργού (Περικλέους 55, Χολαργός, τηλ.  210/6511758 ,την Κυριακή 14 Μαρτίου 2010 και ώρα 8.00΄μ.μ 

                     Θα αποτελέσει μια ξεχωριστή αναδρομή στην αστική μουσική και τα παραδοσιακά τραγούδια των χαμένων και αλησμόνητων πατρίδων, αποτίνοντας έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε πολυαγαπημένες μελωδίες και αξέχαστα τραγούδια, που είναι ως σήμερα βαθιά ριζωμένα στην ψυχή του Ελληνισμού.

                          Στη συναυλία συμμετέχουν οι καλλιτέχνες :

 Γιάννης Ευσταθόπουλος : κρουστά

Έφη Ζαϊτίδου : κανονάκι

 Ιωάννα Καράνταγλη : τραγούδι

 Αλέξανδρος Καψοκαβάδης : πολίτικο λαούτο, ούτι

Νεκτάριος Σταματέλος : νέυ

Στρατής Ψαραδέλλης : πολίτικη λύρα

* Φιλική συμμετοχή :    Στέργιος Τάτσιος : τραγούδι