Μια φορά κι έναν καιρό…

Διαδρομές στο μαγικό κόσμο των παραμυθιών. Με λέξεις, εικόνες, μουσικές θα ταξιδέψουμε στο χρόνο σε τόπους αλλοτινούς ίσως και μελλοντικούς, εκεί που λογικό και παράλογο, δεν αντιτίθενται αλλά συνυπάρχουν αρμονικά για να συνθέσουν μνήμες ξεχασμένες, που κόντρα στην καθημερινότητα δικεδικούν την έκφρασή τους ως αναπόσπαστα κομμάτια της ανθρώπινης ψυχής.

Όλοι μας, μικροί μεγάλοι μπορούμε να γίνουμε παραμυθάδες, φτιάχνοντας το δικό μας παραμύθι ή να μοιραστούμε παραμύθια που μας έλεγαν οι παλιότεροι και τ’ ακούγαμε εκστασιασμένοι, απογειωμένοι στο άρμα της φαντασίας. Κι όσο ξεδιπλωνόταν ο παραμυθένιος ιστός, μέχρι να μάθουμε το τέλος, δε σταματούσαμε στιγμή να ρωτάμε, να γελάμε, να το διασκεδάζουμε με την ψυχή μας.

Τι είναι όμως το παραμύθι; Ποια στοιχεία το συνθέτουν και το μορφοποιούν; Γιατί καθιερώθηκε και πώς επιβίωσε τόσους αιώνες στη συνείδηση όλων μας, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, καταγωγής;

Ας μάθουμε κάποια σημαντικά στοιχεία του, από το Γιώργο Ιωάννου, μεγάλο »καλλιτέχνη» των γραμμάτων που για τη διακριτική αλλά και παθιασμένα ερευνητική του στάση απέναντι στον πολιτισμό, έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους πιο ουσιαστικούς και ενδιαφέροντες Έλληνες συγγραφείς.

Αντιγράφω αποσπάσματα από το εισαγωγικό σημείωμα της συλλογής του: »Παραμύθια του λαού μας», Αθήνα, 1973, Ερμής. Αξίζει να το διαβάσουμε και να κοσμήσει τη βιβλιοθήκη μας.

» Το παραμύθι είναι η πεζή λογοτεχνική αφήγηση του λαού, το διήγημά του, η νουβέλα του. Μοναδικός στόχος του είναι η ευχαρίστηση των ακροατών.

Όλα μες στο παραμύθι είναι θαμπά και αόριστα, και ο τόπος και ο χρόνος και τα πρόσωπα. Ο παραπάνω κανόνας σπάνια παραβαίνεται κι εκείνο, συνήθως, στα παραμύθια όπου βρίσκονται ενσωματωμένες εντόπιες παραδόσεις, γιατί ταιριάζουν με το θέμα ή την εξέλιξη του παραμυθιού. Αλλά και τότε η προσαρμογή – τοπική ιδίως – είναι ολότελα εξωτερική και το παραμύθι στην ουσία του εξακολουθεί να παραμένει θαμπό και αόριστο.

Το παραμύθι αρχίζει και τελειώνει με φράσεις στερεότυπες, πολλές φορές έμμετρες κι ευτράπελες, που τονίζουν όμως με έμφαση την αοριστία του και την πλαστότητά του. Θαρρείς πως υπήρχε ανάγκη και υποχρέωση από τη μεριά του αφηγητή να γίνει η υπόμνηση για να συνέλθει και να αποκολληθεί το ακροατήριο από το μαγικό κόσμο στον οποίο είχε μεταφερθεί και μπλέξει.

Το παραμύθι ξεκινά από την ηρεμία ή μάλλον από μία παγιωμένη κατάσταση ανάγκης και καταλήγει πάλι στην ηρεμία, στην πλήρωση της ανάγκης, αφού όμως ενδιάμεσα έχει κυριαρχηθεί από υπεράνθρωπη δράση και κίνηση για να κατανικηθούν τα εμπόδια. Μέσα στο παραμύθι δε χάνεται κανείς σε λεπτομερείς περιγραφές προσώπων ή πραγμάτων, ένας σύντομος χαρακτηρισμός αρκεί.
Όλα θεωρούνται γνωστά – και είναι γνωστά – είτε απ’ την υλική, είτε απ’ τη μυθολογική, μα ζωντανή πραγματικότητα. Γι’ αυτό και το πραγματικό με το υπερφυσικό συσχετίζονται και συνυπάρχουν σαν κάτι το απόλυτα συνηθισμένο. Απ’ την άποψη αυτή η ατμόσφαιρα πολλών παραμυθιών μάς θυμίζει έντονα τα ομηρικά έπη και την Παλαιά Διαθήκη: Ιερά κείμενα και τα δυό, καταγραφείς εποχών βαθιάς πίστης. Χρειάζεται να είναι μεγάλη ψυχολογικά η εποχή για ν’ ανθίσει σ’ ένα λαό το παραμύθι. Και τέτοιες είναι οι εποχές των στερήσεων και της καρτερίας.

Στο παραμύθι οι καταστάσεις και τα πρόσωπα είναι τραβηγμένα στα άκρα. Όλα είναι δυνατό να συμβούν και να κατορθωθούν—αδύνατο δεν υπάρχει. Οι ήρωες εδώ είναι ή πολύ όμορφοι ή πολύ άσκημοι ή πολύ φτωχοί ή πολύ πλούσιοι ή πολύ καλοί ή πολύ κακοί. Μέσες και συνηθισμένες περιπτώσεις στα κυρίως παραμύθια σπανίζουν ή μάλλον δεν υπάρχουν.

Πολλοί σήμερα, ακόμα και μορφωμένοι, μπερδεύουν το παραμύθι με τις παραδόσεις και τους μύθους. Άλλο πράγμα όμως το παραμύθι, κι άλλο οι μύθοι και οι παραδόσεις. Τις παραδόσεις ο λαός τις πιστεύει —τις πίστευε— για αληθινές, ενώ το παραμύθι δεν το πιστεύει καθόλου για αληθινό, το ακούει όμως με ευχαρίστηση γιατί τον ψυχαγωγεί και τον βάζει σε σκέψεις, ίσως ίσως και σε ελπίδες. Εκτός αυτού, οι παραδόσεις αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, τόπους και πράγματα. Οι μύθοι πάλι είναι σύντομες και σχεδόν χωρίς πλοκή αλληγορικές, συνήθως, ιστορίες με ολοφάνερα διδακτικό χαρακτήρα. Απ’ την πανάρχαια εποχή στους μύθους πρωταγωνιστούν τα ζώα. Κατά βάθος, βέβαια, όλα αυτά τα είδη του λαϊκού πεζού λόγου είναι αρκετά συγγενικά μεταξύ τους και συχνά μέσα στο παραμύθι συμπλέκονται αξεδιάλυτα.

Αλήθεια είναι πως τα παραμύθια σήμερα απασχολούν το ενδιαφέρον σχεδόν μοναχά των παιδιών. […] Τα πράγματα, βέβαια, δεν ήταν άλλοτε έτσι. Τα παραμύθια φκιάχνονταν και λέγονταν για μεγάλους κυρίως. Και η παρουσίαση ενός παραμυθιού ήταν σοβαρό γεγονός για τους παλιούς ανθρώπους. Αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε. […] Όλοι οι παλιοί, λίγο πολύ, ξέραν να λένε παραμύθια. Υπήρχαν όμως ανάμεσά τους μερικοί προικισμένοι, που ήξεραν νατα διηγούνται με ιδιαίτερη τέχνη κι αυτοί συγκέντρωναν τη γενική προτίμηση. Αυτοί οι επιδέξιοι λέγονταν παραμυθάδες οι άντρες και παραμυθούδες οι γυναίκες. Καμιά φορά όταν τους καλούσαν προύχοντες, έπαιρναν ή μάλλον δέχονταν αμοιβή. Το ακροατήριο τούς άκουγε πάντα με θρησκευτική ευλάβεια, με συμμετοχή, πολλές φορές με αγωνία, ξεχνώντας προς στιγμή τη φτώχεια, τη γύμνια, το κρύο και τα βάσανα της μέρας. Ο παραμυθάς ενίσχυε τη διήγησή του με μια ολόκληρη μιμική, κουνούσε σώμα, χέρια, κεφαλή, έκλεινε τα μάτια, άλλαζε τόνο φωνής. Το ζούσε το παραμύθι και τη ζωή αυτή προσπαθούσε να μεταδώσει στους ακροατές του. Κι όταν το παραμύθι ήταν σπουδαίο και δεν τέλειωνε σε μια βραδιά, μαζεύονταν πάλι όλοι την επόμενη για να μάθουν το τέλος. Τον παραμυθά που ήξερε να λέει μεγάλα παραμύθια, τον είχαν σε ιδιαίτερη εκτίμηση.

Δυστυχώς δε σώζονται και πολλές ειδήσεις για τη θέση που είχε το παραμύθι στη ζωή του ελληνικού λαού. Μέσα απ’ τα ίδια τα κείμενα των παραμυθιών μπορεί να βγάλει κανείς πολλά και τα πιο γνήσια συμπεράσματα. Ο λαός έβρισκε δημιουργική διέξοδο, απόλαυση και παρηγοριά στο παραμύθι, εις πείσμα των σπουδαίων και προαπντός των μη σπουδαίων λογίων. Γιατί αυτοί οι τελευταίοι, με τις μπουμπουνισμένες τους κεφαλές, είναι πάντα οι χειρότεροι απαρνητές και διώκτες του λαϊκού πολιτισμού. Από την εποχή της κλασσικής αρχαιότητας και μέχρι την Αναγέννηση τα παραμύθια φαίνεται πως αγνοήθηκαν ή καταφρονήθηκαν από τους πιο πολλούς λογίους. »Μυθεύματα γραιώδη» τα αποκαλεί ο Πλάτων. Αλλά τι το δημιουργικό δεν εξοβέλισε ο Πλάτων εν ονόματι των μεγαλοφυών, βεβαίως, αλλά εξίσου μυθολογικών αληθειών του; Την ίδα στάση ήταν φυσικό να τηρήσουν αργότερα και οι μορφωμένοι των άλλων λαών. Και μόνο από το 16ο αιώνα αρχίζει να παρουσιάζεται κάποιο ενδιαφέρον στη δυτική Ευρώπη για τα παραμύθια. Εδώ σε μας σήμερα, στο λαό, επικρατεί η χαρακτηριστική φράση «Αυτά είνα παραμύθια», ψέματα δηλαδή, όταν θέλουν να αποκρούσουν κάποια ιστορία ή ισχυρισμό. Και το λένε έτσι, γιατί έτσι τους το έμαθαν. Η κατάπτωση εκπορεύεται πάντοτε από παραπάνω. Ελάχιστοι δάσκαλοι — και το »δάσκαλοι» το εννοώ με την ευρύτερη σημασία του όρου — έχουν τη θέληση, την ευασθησία και τη γνώση να εμπνεύσουν αγάπη και σεβασμό για το λαϊκό αυτό λογοτεχνικό είδος, εξηγώντας την αρχή του και τη λειτουργία του στα παιδιά, αλλά ή το αντιπαρέρχονται ή το χαρακτηρίζουν, όταν τύχει, σαν απάτη περίπου, σαν κάτι μη σοβαρό και ασυμβίβαστο για μορφωμένους, και ξεμπερδεύουν. Διδάσκουν, βλέπεις, τόσες αλήθειες αυτοί, ώστε τους είναι αδύνατον να ανεχθούν κάτι το φανταστικό, που δεν περιβάλλεται μάλιστα από μεταμφιέσεις.

Το κάθε παραμύθι αποτελείται από επεισόδια (μοτίβα) που βρίσκονται μεταξύ τους σε κάποια αρκετά χαλαρή πλοκή. Τα επεισόδια αυτά δεν είναι αποκλειστικό κτήμα κανενός παραμυθιού, αλλά κυκολοφορούν με ευκινησία και περιέχονται, προσαρμοσμένα βέβαια, σε πολλά και διάφορα παραμύθια με διαφορετική μάλιστα υπόθεση. Είναι δηλαδή, κοινοί τόποι των παραμυθιών. Και όχι μονάχα των παραμυθιών. Βρίσκονται πολλές φορές και στα τραγούδια και στις παραδόσεις και στους μύθους των διαφόρων λαών. Το περιέχομενο πάντως των επεισοδίων αυτών δεν είναι καθόλου κοινό. Σε πολλούς μάλιστα φαίνεται σήμερα, όχι απλώς φανταστικό, αλλά τερατωδώς απίθανο. Οι ερευνητές, όμως, διακρίνουν στα απίθανα αυτά για τους σημερινούς επεισόδια, λείψανα και απηχήσεις δοξασιών και καταστάσεων πανάρχαιων και πρωτόγονων. Κατά τη γνώμη τους, οι ανθρωποσφαγές, οι ανθρωποθυσίες, οι αρπαγές γυναικών, η στενή οικειότητα των ανθρώπων με τα ζώα αντιπροσωπεύουν πανάρχαιες κοινωνικές καταστάσεις και αντιλήψεις. Όλες εκείνες οι διηγήσεις για τον ήλιο, το φεγγάρι, τ’ αστέρια, τη γη, την ψυχή, τη ζωή στον άλλο κόσμο, τους δράκους, τις νεράιδες, τις λάμιες, τα απίθανα θηρία και τέρατα προέρχονται ασφαλώς απ’ τις θρησκείες των αρχαίων λαών. Αλλά κι απ’ τη μαγεία και την πίστη στις υπερφυσικές ικανότητες των μάγων προέρχονται πολλά απ’ τα επιεσόδια. Τα μαγικά καρφιά, οι βελόνες, τα θαυματουργά μήλα, καρύδια, αμύγδαλα, φουντούκια, τα εναέρια ταξίδια, μάγων κατορθώματα ή μάλλον επιδιώξεις ήταν. Ένα άλλο, επίσης, μέρος των παραμυθικών επεισοδίων πρέπει οπωσδήποτε να ‘χει την πηγή του στα όνειρα. Τα χωρίς αρχή και τέλος ταξίδια στον άλλο κόσμο, τα απελπιστικώς αδιαπέραστα δάση, τα θαυμαστά παλάτια, που με τη ίδια ευκολία και ταχύτητα παρουσιάζονται ή χάνονται, και γενικά όλες εκείνες οι εναγώνιες και θαμπές περιπλανήσεις φαίνονται να προέρχονται ή τουλάχιστο να είναι επηρεασμένες από τον κόσμο των ονείρων. Πολλοί υποστηρίζουν πως το παραμύθι σαν είδος προήλθε απ’ τα όνειρα, και μάλιστα τα όνειρα των μάγων, που είχαν την τάση αλλά και το καθήκον, να διηγούνται θαυμαστά και υπερφυσικά πράγματα στους πιστούς. Κατόπι με τη διάδοση και παράδοση πλουτίστηκε και στερεοποιήθηκε και ως μορφή και ως περιεχόμενο.»

Βέβαια, από τότε που έγραφε τη συλλογή του ο Γιώργος Ιωάννου, αρκετοί επιστήμονες ενδιαφέρθηκαν να ερευνήσουν το παραμύθι καταλήγοντας σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Μια απ’ αυτές τις έρευνες είναι και η μελέτη του καθηγητή Παπαντωνάκη Γεώργιου, »Εισαγωγή στην Παιδική Λογοτεχνία, Θεωρία και πράξη», από την οποία επιλέγουμε κάποια αποσπάσματα:

Χαρακτηριστικά του παραμυθιού

(…)Το παραμύθι ουσιαστικά δομείται γύρω από το αρχετυπικό σχήμα του καλού και του κακού, στο οποίο προσωρινά υπερτερεί το κακό, για να νικήσει τελικά το καλό.

Δεν έχει στόχο να διδάξει ή να συμβουλεύσει και να προτρέψει, σε αντίθεση προς το μύθο και την παροιμία, των οποίων ο στόχος είναι ηθικοδιδακτικός. Ο ηθικός χαρακτήρας του βέβαια είναι ευδιάκριτος, γιατί πηγάζει από την ηθική συνείδηση του λαού, παραμένει όμως βασικότερος στόχος του παραμυθιού η τέρψη και η ψυχαγωγία μέσα από την αφήγηση.

Οι συγκρούσεις και η δράση αφθονούν στα παραμύθια. Η φύση της προφορικής παράδοσης τους προσδίδει ένα προστακτικό χαρακτήρα και οι ήρωες μεταφέρονται γρήγορα στη δράση και αυτό συμβαίνει από τις πρώτες γραμμές του παραμυθιού. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες, που αντιπροσωπεύουν το καλό και στους ήρωες που αντιπροσωπεύουν το κακό είναι εντελώς τυπικές στα παραμύθια. Η δράση που παρατηρείται στα παραμύθια έχει επισύρει την προσοχή πολλών μελετητών (σελ. 216). Όλα τα παραμύθια έχουν όμοιο τέλος, όπως και αρχή και πλοκή.

Κατηγορίες παραμυθιών

Η μελέτη του παραμυθιού οδήγησε στην ένταξή τους σε κατηγορίες. Σύμφωνα με το Δ. Λουκάτο, τα ελληνικά παραμύθια χωρίζονται στις παρακάτω κατηγορίες:

1) μαγικά παραμύθια: αναφέρονται σε γίγαντες, δράκους, μάγισσες κ.λπ. με έντονο το μαγικό στοιχείο.

2) διηγηματικά παραμύθια: ο κόσμος τους είναι η ανθρώπινη κοινωνία. Μοιάζουν πολύ με τα γνωστά μας μυθιστορήματα.

3) θρησκευτικά ή συναξαρικά παραμύθια: εμπνέονται από τους βίους αγίων.

4) ευτράπελα ή σατιρικά παραμύθια: Αναφέρονται σε παθήματα κουτών, ξεγελάσματα δράκων κ.λπ

Σύντομη ιστορία των παραμυθιών

Παραμύθια λέγονται από την εποχή που δημιουργήθηκε ο άνθρωπος, γιατί έπρεπε να ερμηνεύσει ό,τι παρατηρούσε στη φύση. Στα μεταγενέστερα χρόνια πολλοί θα στραφούν στη μελέτη και στη συλλογή παραμυθιών. Στη Γαλλία ο Charles Perrault (1628-1703) κυκλοφόρησε τη συλλογή «Παραμύθια της μάνας μου χήνας». Στη Σουηδία θα μιμηθεί την κίνηση του Perrault η γνωστή από το Θαυμάσιο ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον Σέλμα Λάγκερλεφ (1858-1940), ενώ στη Δανία ο Hans-Christian Andersen (1805-1875) θα εκδώσει συλλογές παραμυθιών για παιδιά και στη Γερμανία οι αδελφοί Grimm (1786-1859) θα μας δώσουν τους Ηρωικούς μύθους των Γερμανών και τα Παιδικά και σπιτικά παραμύθια.

Στην Ελλάδα οι πρώτες προσπάθειες για τη συγκέντρωση παραμυθιών εντοπίζονται στο Ν. Πολίτη. Εντοπίζουμε βέβαια συλλογές με τοπικά παραμύθια, ενδιαφέρουν όμως εδώ οι συλλογές που συγκεντρώνουν παραμύθια από όλη τη χώρα, επειδή μας δίνουν μια συγκεντρωτική και συνολική εικόνα του ελληνικού παραμυθιού. Τέτοιες συλλογές είναι: α) Γ.Α. Μέγα, Ελληνικά παραμύθια σε δύο τόμους, β) Γ. Ιωάννου, Παραμύθια του λαού μας και γ) Κ. Καφαντάρη, Ελληνικά λαϊκά παραμύθια σε δύο τόμους.

Το νεοελληνικό παραμύθι, του οποίου η ανάπτυξη άρχισε στις αρχές του περασμένου αιώνα, είναι δυνατό να ενταχθεί σε τρεις κατηγορίες:

Το παραδοσιακό παραμύθι.

•Το λόγιο (ή και έντεχνο) παραμύθι. Γράφεται από επώνυμους παραμυθάδες ή συγγραφείς και φέρει περισσότερο προσωπικά βιώματα σε αντίθεση με τα συλλογικά βιώματα του λαϊκού παραμυθού. Τέτοια παραμύθια είναι: Βασίλη Ρώτα, Το παραμύθι της Ανέμης (1956), Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη, Ο σπουργίτης με το κόκκινο γιλέκο (1970), Γιώργη Κρόκου, Η καλή σπηλιά και άλλα παραμύθια (1999), Μ. Μαμαλίγκα, Η Φιδογέννητη Βασιλοπούλα και άλλα παραμύθια, εικονογράφηση του Κώστα Παπανικολάου από τις εκδόσεις «Εστία», Το φάντασμα του πειρατή και άλλες ιστορίες. Ο Μπάμπης Δερμιτζάκης θα μας δώσει το 1998 (σε δεύτερη έκδοση) μια συλλογή από οικολογικά παραμύθια και διηγήματα με τίτλο Ο χορός της βροχής, ενώ ο πολυγραφότατος και από τους πιο αξιόλογους εκπροσώπους της παιδικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα Μάνος Κοντολέων θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη μια συλλογή από ενδιαφέροντα παραμύθια με τίτλο Τα Σιδερένια Παπούτσια.

• Οι παραμυθικές ιστοριούλες. Πρόκειται για σύντομες ιστορίες με έντονα τα στοιχεία του παραμυθιού.

Το σύγχρονο λόγιο παραμύθι διακρίνεται από τα εξής χαρακτηριστικά:

1) Είναι ρεαλιστικό. Περιορίζεται η φαντασία και συρρικνώνεται το μαγικό στοιχείο. Οι σύγχρονοι παραμυθάδες δηλαδή εμπνέονται από τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής και προσπαθούν να συνδυάσουν το μαγικό και φαντασιακό στοιχείο του λαϊκού παραμυθιού με την πραγματικότητα.

2) Η τεχνολογία έχει αντικαταστήσει τα μαγικά φίλτρα, τα μαγικά χαλιά και τις σκούπες των μαγισσών με αντίστοιχες τεχνολογικές κατασκευές.

3) Αποφεύγονται οι αγριότητες και οι θηριωδίες, οι τερατουργίες και τερατογενέσεις και οι δυσπλασίες του λαϊκού παραμυθιού.

4) Η κοινωνία του σύγχρονου παραμυθιού είναι αταξική, συγκρινόμενη με την αντίστοιχη του λαϊκού παραμυθιού, παρά το γεγονός ότι κι εδώ θα συναντήσουμε βασιλιάδες και υποτελείς (πβλ. Μαμαλίγκα, Η Φιδογέννητη βασιλοπούλα).

5) Ο διδακτισμός που διακρίνει το λαϊκό παραμύθι έχει υποχωρήσει αισθητά.

6) Το σύγχρονο παραμύθι διατηρεί το ευτυχισμένο τέλος του λαϊκού παραμυθιού.

7) Ο χώρος συχνά έχει συμβολικό χαρακτήρα. Έτσι, το δάσος στη Φιδογέννητη βασιλοπούλα της Μαρίας Μαμαλίγκα έχει καθαρά σεξουαλικό περιεχόμενο, αφού μάλιστα ο αγροίκος ξυλοκόπος στο δάσος, κατακτά και κάνει γυναίκα του τη φιδογέννητη.

8)Καλλιεργεί τον προβληματισμό πάνω σε σύγχρονα προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο (οικολογικό, εξαστισμός των μεγαλουπόλεων κ.ά.).

Αξία του παραμυθιού

Είναι αλήθεια ότι τα λαϊκά παραμύθια εξακολουθούν να είναι προσφιλέστατο ανάγνωσμα για τα παιδιά, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες. Αυτό οφείλεται στο ότι:

• καλλιεργούν τη φαντασία,

• φέρνουν σε επαφή το παιδί με τη λαϊκή παράδοση,

Από παιδαγωγική άποψη, το παραμύθι είναι κατάλληλο για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, γιατί ο τρόπος σκέψης των πρωτόγονων λαών, όπως έχει αποδειχθεί από τις ανθρωπολογικές μελέτες, βρίσκεται πολύ κοντά στην προλογική σκέψη των παιδιών,

• Το παραμύθι καλλιεργεί τόσο την εθνική όσο και την οικουμενική και πανανθρώπινη συνείδηση. Σ’ αυτό συντελούν η υπερτοπικότητα και η διαχρονικότητα που τα διακρίνει. Τα παραμύθια περιέχουν καθολικές αλήθειες και αντικατοπτρίζουν τις αξίες των εποχών και των κοινωνιών από τις οποίες προέρχονται. Πολλά μάλιστα έχουν σημαντική αξία ακόμα και στις μέρες μας. Οι χαρακτήρες, οι ενέργειές τους, η επιβράβευσή τους οδηγούν στην ανάπτυξη θεμάτων με ηθικό περιεχόμενο. Το καλό νικά το κακό, η δικαιοσύνη θριαμβεύει, ο μη αλαζονικός κερδίζει την αγάπη, η εξυπνάδα νικά τη φυσική δύναμη, η ευγένεια, η ευσυνειδησία και η σκληρή δουλειά οδηγεί στην επιβράβευση. Η ζηλόφθονη βασίλισσα, όπως στο έντεχνο παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά η Δόνα Τερηδόνα και η γαμήλια τούρτα, τιμωρείται, ο ανόητος βασιλιάς χάνει μέρος της περιουσίας τους ή κάποιο παιδί του, συνήθως την κόρη του κ.ά. Η οικουμενικότητα αυτών των θεμάτων αποδεικνύει ότι σε όλα τα μέρη του κόσμου οι λαοί έχουν όμοιες ιδέες και πεποιθήσεις, όπως λόγου χάρη η εξυπνάδα είναι ανώτερη από τη φυσική δύναμη ή οι ανόητοι χάνουν την περιουσία τους.

—————————————————

Κλείνουμε μουσικά τη μικρή μας αναφορά, μ’ έναν καλλιτέχνη που μπορεί να μην ήταν παραμυθάς, αλλά η »αγγελική» φωνή και παρουσία του, φαίνεται ν’ ανέτειλε κατευθείαν από το μαγικό κόσμο των παραμυθιών, έλαμψε σαν αστραπή και βυθίστηκε στην πηγή της. Ευτυχώς, άφησε ανεξίτηλα ίχνη…

Advertisements

5 Σχόλια

  1. Διηγηματικό ποδοσφαιρικό παραμύθι.
    Στο Β’ Παγκόσμιο, η Δυναμό Κιέβου, στην κατεχόμενη Ουκρανία, κέρδιζε τη μια ομάδα πίσω απ’ την άλλη. Οι Γερμανοί ανησύχησαν. Έστειλαν μια ομάδα τους να παίξει με τη Δυναμό, και να την κερδίσει. Μια, δύο, τρεις, τίποτα. Η Δυναμό τους διέλυε όλους!! Το φρόνημα των Ουκρανών ανέβαινε επικίνδυνα.
    Οι Γερμανοί ξανάκλεισαν αγώνα με τη Δυναμό. Στα αποδυτήρια, πριν το παιχνίδι, μπήκε ο γερμανός διοικητής: αν νικήσετε, θα πεθάνετε, είπε στους Ουκρανούς παίκτες.
    Το παιχνίδι έληξε 4-2 για τη Δυναμό. Κανείς από τους παίκτες της, λένε τα ρεπορτάζ, δεν κατάφερε να καταπνίξει την επιθυμία του για νίκη και αξιοπρέπεια.
    Λίγοι από εκείνη την ομάδα ξέφυγαν. Οι περισσότεροι πέθαναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, πριν τελειώσει ο πόλεμος.

  2. Θα σου πρότεινα το κατατοπιστικότατο βιβλίο του Άντι Ντούγκαν, «Για την τιμή της Ουκρανίας», εκδόσεις Διόπτρα, 2003.
    Για οπτικό υλικό, δε γνωρίζω… Στο Youtube κοίταξες;
    Dynamo Kyiv είναι το όνομα της ομάδας. Και, η αναμέτρηση εκείνη, έμεινε γνωστή ως «The Death Match».
    Για χτύπα τα στο Youtube, μπας και βρεις κάτι!!!

    • Στο Youtube δεν βρήκα κάτι, πρέπει να είναι πολύ σπάνιο αρχειακό υλικό και πολύ αμφιβάλλω αν έχει σωθεί.
      Το μόνο που βρήκα είναι ένα blog που παραθέτει με πολλές λεπτομέρεις την απίστευτη αυτή ιστορία. Λογικά έχει πάρει τα στοιχεία από το βιβλίο που αναφέρεις αν και δεν το επισημαίνει.
      Σκέφτομαι να το ανεβάσω κι εδώ, τα γεγονότα είναι ανατριχιαστικά και σίγουρα πολύς κόσμος δεν τα γνωρίζει. Κι επειδή η μνήμη «αδυνατίζει» επικίνδυνα, καλό είναι να μην ξεχνιώνται!

      Σ’ ευχαριστώ και πάλι που μας τα γνώρισες!

  3. Γενικότερα, πάντως, εάν θες περισσότερα ποδοσφαιρικά παραμύθια, συστήνω το βιβλίο του Εντουάρντο Γκαλεάνο, «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα»).
    Αληθινές ποδοσφαιρικές ιστορίες, δοσμένες όμως με τρόπο παραμυθιού.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: